Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗ

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗ




Η Σαλαμίνα ένιωσε, από τη μια, τη βαριά μπότα των γερμανοϊταλικών ναζιστικών και φασιστικών δυνάμεων κατοχής, αλλά, από την άλλη, άνθισε, και σ’ αυτό το ιστορικό νησί του Σαρωνικού, το αντιστασιακό κίνημα.

Ένα από τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα εκείνων των ηρωϊκών μα και τραγικών χρόνων είναι ο αντιστασιακός κι αγωνιστής(ΕΑΜίτης και ΕΛΑΣίτης) Βαγγέλης Π. Σαλματάνης(1914-2011).

Το 2004, προσέγγισα τον 90χρονο, τότε, συντοπίτη μου και κατέγραψα τις αναμνήσεις του, με το δημοσιογραφικό μου μαγνητοφωνάκι, σε 17 ωριαίες κασέτες. Το υλικό αυτό,μαζί με αρκετά έγγραφα – ντοκουμέντα, που ο αγωνιστής κατείχε στο προσωπικό του αρχείο, έγινε βιβλίο : «Οι αναμνήσεις του αγωνιστή Βαγγέλη Π. Σαλματάνη - μαρτυρίες και τεκμήρια», εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2005.

Απομαγνηφωνώντας τις αφηγήσεις του και δουλεύοντας πάνω στο υλικό, έβλεπα ότι μέσα από τα λεγόμενά του “ξεπήδαγε” ένας ολοζώντανος μονόλογος, ο μονόλογος ενός, ανάμεσα στους χιλιάδες, απλού αγωνιστή, που μέσα του καταγραφόταν, κωδικοποιημένα, η δραματική ιστορία τούτου του τόπου. Αυτό που εγώ έκανα, ήταν να προσπαθήσω, πάντα δοκιμαζόμενος πάνω στη γραφή και συνεχώς πειραματιζόμενος, μέσα από μια ανασύνθεση και συμπύκνωση, να του δώσω σάρκα και οστά.  


«Γεννήθηκα στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Ήμουν παιδί πολυμελούς αγροτικής οικογένειας. Τελείωσα το Σχολαρχείο και πήγα στο Γυμνάσιο. Το άφησα όμως, γιατί την εποχή αυτή τα γράμματα τα πούλαγαν ακριβά!  Έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, ακολούθησα το επάγγελμα του ναυτικού, έγινα μηχανικός του εμπορικού ναυτικού. Το πρωί δούλευα στα συνεργεία, κάνοντας την πρακτική μου και το βράδυ σπούδαζα.

Μαζί μ’ έναν συμμαθητή μου είχαμε νοικιάσει δυο δωματιάκια, τρώγλες ήτανε, στον Προφήτη Ηλία, στον Πειραιά. Ήταν ένας μεγάλος χώρος με πολλά ενοικιαζόμενα δωμάτια, σαν στρατόπεδο, και οι περισσότεροι από τους ενοικιαστές του ήταν τσαγκαράδες, που δούλευαν στα εργοστάσια κατασκευής παπουτσιών. Αυτοί, τότε, οι τσαγκαράδες, λόγω του επαγγέλματος, όπως ήσαν στα τραπεζάκια και φτιάχνανε παπούτσια, διάβαζαν και συζήταγαν πολύ. Ήσαν στην πρωτοπορία των προοδευτικών ιδεών και κυρίως του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μια φορά λοιπόν μου ρίξανε κάτω από την πόρτα την εφημερίδα «Νεολαία» της ΟΚΝΕ, της Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας. Ε, σα νέος με ανησυχίες που ήμουν, τη διάβασα κι άρχισα, σιγά-σιγά, να γνωρίζω τις ιδέες του κομμουνισμού.

 Τελικά, ώσπου να τελειώσω τη σχολή, έτρεχα, με τους διαλοτσαγκαράδες, στις διάφορες διαδηλώσεις. Μια φορά κάναμε μια πορεία, στο κέντρο του Πειραιά. Πριν φτάσουμε στο Δημαρχείο, εκεί κοντά,ήτανε ένας φούρνος.  Το φτυάρι που φούρνιζε έβγαινε έξω από το παράθυρο. Άμα ήσουνα “τυχερός” το έτρωγες στη κοιλιά! Εκεί λοιπόν είχανε κατέβει οι χωροφύλακες, τότε τους λέγαμε κουραμπιέδες, και μας είχανε φράξει το δρόμο. «Πίσω, πίσω! Να διαλυθείτε» μας φώναζαν. Εμείς τώρα 17-20 χρονών που να κάναμε πίσω, το θεωρούσαμε προσβολή. Πείσμα αυτοί, πείσμα εμείς! Μας πλακώσανε με τα κλομπ! Οπισθοχωρήσαμε και μπήκαμε στο φούρνο. Αρπάξαμε τα ξύλα που φούρνιζε το ψωμί και βγήκαμε έξω. Δώστου αυτοί δώστου εμείς! Τρώω μια με το κλομπ στον ώμο, μου παράλυσε το χέρι! Εν τέλει μας διαλύσανε. Ήτανε το πρώτο μου ξύλο αυτό, δοκίμασα το πρώτο μου κλομπ!                
                     
Καθοδηγητής μου, κατά κάποιον τρόπο, ήταν ένας, κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου, παλιός κομμουνιστής. Δεν ήταν βέβαια καθοδηγητής μου με σύνδεση, αλλά ήταν αυτός που με μύησε στην κομμουνιστική ιδεολογία. Αυτός δούλευε στον Πειραιά, στην Καρβουνόσκαλα, ως φτυαριστής και ήταν ενταγμένος στο προοδευτικό συνδικαλιστικό κίνημα. Την περίοδο αυτή, γύρω στα 1936, έγινε το Σιλό στον Πειραιά. Είχαν αναστατωθεί όλοι, έλεγαν, τι θα γίνουμε εμείς που θα πάμε; Εγώ, ήμουνα ακόμη μαθητής στη σχολή μηχανικών, και τον γνώρισα στο λιμάνι. Περπατήσαμε μια φορά μαζί συζητώντας και μου έκανε εντύπωση που αυτός, φτωχός μεροκαματιάρης όπως ήτανε, είχε βγάλει τα παπούτσια του και τα είχε βάλει στη μασχάλη, για να μη λιώσουνε οι σόλες! Κάποια στιγμή τον ρώτησα: «Τι γίνεται τώρα η υπόθεση αυτή με το Σιλό; Θα σας πετάξουνε στο δρόμο!». Γύρισε με κοίταξε με περιέργεια, να έβλεπε τι γνώμη είχα εγώ. Και μου είπε: «Και τι θέλεις να κάνουμε; Να μην το βάλουν το Σιλό;». –«Να πάτε να το σπάσετε! Να μην αφήσετε τίποτα απ’ αυτό!», του απάντησα. Κούνησε, κούνησε το κεφάλι και μου είπε: «Αυτά τα λένε οι αναρχικοί. Μήπως είσαι και ‘σύ τέτοιος;». –«Όχι δεν είμαι εγώ αναρχικός». Είχα διαβάσει όμως τότε εγώ τον «Αναρχισμό» του Μπακούνιν. –«Εμ τότε γιατί να πάμε να το σπάσουμε; Είσαι ενάντια στην πρόοδο; Ενάντια στην εκβιομηχάνιση της χώρας; Είσαι ενάντια στο να μην εκσυγχρονιστεί η πατρίδα μας; Τι είσαι απ’ όλα αυτά;». Κάθισα και τον κοίταγα. Μου είπε : «Εμείς οι κομμουνιστές δεν είμαστε ενάντια στην πρόοδο, στην εκβιομηχάνιση της χώρας μας και στην εγκατάσταση μηχανημάτων νέου τύπου που θα ανακουφίζουνε τους εργαζόμενους. Αλλά ξέρεις ποια είναι η διαφορά μας; Να εγκατασταθεί, να βελτιωθεί και να επεκταθεί, αλλά  με παράλληλη εξασφάλιση της εργασίας αυτών που θα κινδυνεύσουν να μείνουν άνεργοι. Αυτό είμαστε εμείς.». –«Και πως θα γίνει αυτό; Ρε άμα δεν πάτε να το σπάσετε το ρημάδι δεν πρόκειται να δείτε θεού πρόσωπο!». Πολύ αργότερα, μετά από χρόνια, κατάλαβα πόσο δίκιο είχε!

Τότε, στα 1936, δεν το’ χα πάρει καλά-καλά το δίπλωμα του μηχανικού, γιατί είχε αρρωστήσει ο καθηγητής μου και θα με εξέταζε ένας άλλος καθηγητής που έκανε τότε και χρέη υποδιευθυντή στη σχολή. Αυτός όμως εξέταζε όσους ήθελε κι εμένα  δεν με εξέταζε. Από τις συνεχείς αναβολές είχα νευριάσει τόσο που μια φορά, δεν κρατήθηκα, και του ‘δωσα μια τρίφλα που του φύγανε τα γυαλιά από τη μούρη! Τι να ‘κανε ο πατέρας μου, για να περάσει το κακό, είχε ένα γνωστό ναυτολόγο στο λιμεναρχείο και μου βρήκε καράβι και μπαρκάρισα. Πήγα στη Σοβιετική Ένωση και, κατόπιν, στην Ισπανία, κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου, το Μάρτη του 1937. Συνέχισα να ταξιδεύω ως το τέλος του 1938. Τότε επέστρεψα στην Ελλάδα και πήρα το πτυχίο του μηχανικού από τη σχολή μου. Στη συνέχεια έδωσα εξετάσεις και πέρασα στη Σχολή Υπαξιωματικών Μηχανικών του Ναυτικού, απ’ όπου πήρα το πτυχίο του Β΄ Μηχανικού το 1939. Αμέσως τοποθετήθηκα στο θωρηκτό «Αβέρωφ», στο Αρχηγείο Στόλου.

 Καθ’ όλη τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου βρισκόμουν στη ζώνη των πρόσω.

Στις 27 Απρίλη 1941 οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα. Η σημαία της σβάστικας κυμάτιζε στην Ακρόπολη. Το φρόνημα του Λαού όμως ήταν ακμαίο. Ένιωθε νικητής. Δεν ήθελε να υπακούσει ούτε να υποταχτεί.

Εγώ είχα επιστρέψει πια και πήγα στα παλιά στέκια κάποιων φίλων μου, γύρω από τα Εξάρχεια. Εκεί, πρωτορίχτηκε η ιδέα να οργανωθούμε στην αντίσταση. Ήρθαμε σε επαφή με την ΕΑΜική οργάνωση. Πήραμε κατευθύνσεις κι αρχίσαμε την ΕΑΜική δουλειά, συναντιόμασταν κρυφά σε γιάφκες.

Θυμάμαι ότι συμμετείχα και σε κάποιες συνεδριάσεις που έγιναν στη Δραπετσώνα, σε κάτι σπιτάκια με πλίθρες. Είναι να γελάς και να κλαις. Γιατί πήγαμε εκεί; Γιατί στα σπίτια αυτά, τα πλινθόκτιστα, άμα συνέβαινε τίποτα, ανοίγαμε μια τρύπα και περνάγαμε έτσι, από σπίτι σε σπίτι, και βγαίναμε σε άλλο δρόμο! Σ’ αυτά τα σπιτάκια λοιπόν, στη Δραπετσώνα, συνεδριάζαμε κι είχαμε βγάλει τα γραπτά μας. Τώρα τα γραπτά μας ήταν κάτι πολύ μικρά χαρτάκια πάνω στα οποία γράφαμε με πολύ ψιλά γράμματα, σα ψείρες. Συνήθως σ’ αυτές τις συνεδριάσεις ερχότανε ένας υπολοχαγός ή λοχαγός και μας έκανε μαθήματα για την τακτική και στρατηγική του εφεδρικού ΕΛΑΣ. Απ’ έξω από το σπιτάκι που γινότανε η συνεδρίαση, λίγο πιο μακριά, είχαμε περιφρούρηση. Αυτή τη φορά λοιπόν, ήρθε ένας της περιφρούρησης και μας είπε: «Γερμανοί έρχονται!». Σηκωθήκαμε, αλλά δεν προλάβαμε να κάνουμε τίποτα γιατί ήρθε πάλι και είπε: «Δεν ήταν τίποτα, ένας μεμονωμένος Γερμανός ήταν!». Εμείς πριν μας ξεσηκώσει αυτός της περιφρούρησης κρατάγαμε σημειώσεις. Οπότε μόλις ξανακαθίσαμε στο τραπέζι, μας είπε αυτός της καθοδήγησης : «Για κοιτάτε που έχουμε φτάσει;». –«Τι να κοιτάξουμε;», είπε ένας σύντροφός μας. –«Τα σημειώματα!». –«Τα σημειώματα; Ου! Αύριο το πρωί!». –«Γιατί; Κοροϊδεύεις;». –«Τι κοροϊδεύω; Αύριο το πρωί θα τα βγάλω, τα έφαγα!». –«Ρε τα έφαγες;». –«Ναι. Τι θα τα έκανα;!». Πιάσαμε τα γέλια όλοι. Αυτός όμως ήταν παλιός αγωνιστής κι ήξερε από κινήματα, ήξερε από παρανομία. Εμείς ήμασταν κουταβάκια ακόμη.

Έτσι λειτουργήσαμε όλα τα χρόνια της Κατοχής. Κυρίαρχη δουλειά μας ήταν το γράψιμο συνθημάτων στους τοίχους(ψωμί – λευτεριά – ανεξαρτησία – λαϊκή κυριαρχία), η εξεύρεση οπλισμού και η συγκέντρωση πληροφοριών, τις οποίες και διαβιβάζαμε στην Κεντρική Διοίκηση του Πειραιά ή της Αθήνας. Στα τέλη του ’43 με αρχές του ’44, όμως, πληροφορηθήκαμε ότι οι Γερμανοί είχαν μπει στο δρόμο της ανακάλυψής μας κι ετοιμάζονταν να κάνουνε συλλήψεις! Έτσι, ύστερα από μία δραματική σύσκεψη, αποφασίστηκε η διάλυσή μας και η διοχέτευσή μας σε άλλα τμήματα του ΕΑΜ σε Αθήνα και Πειραιά.

Εγώ κατέληξα στην Κοκκινιά και βρέθηκα στρατιωτικός διοικητής λόχου του ΕΛΑΣ Πειραιά. Τότε απόκτησα και το πρώτο μου όπλο, ένα κολτ 40άρι. Μια φορά, είχα βγει με την κοπέλα μου και, κατά λάθος, το ακούμπησε! «Τι είναι αυτό;» μου είπε παγωμένη! –«Η ταυτότητά μου είναι!» της απάντησα.


 

Τον Αύγουστο του 1944 έζησα τα δραματικά γεγονότα του Μπλόκου της Κοκκινιάς, που άφησαν για πάντα έντονα στη μνήμη μου τις εικόνες της φρίκης, της τραγωδίας και του αίματος που χύθηκε στην χιλιοβασανισμένη προλεταριακή πόλη της Κοκκινιάς.

Η στάση και η θυσία της καπετάνισσας Διαμάντως με συγκλόνισε!Οι γερμανοτσολιάδες είχαν βάλει το σπίτι της σε κλοιό. Ήταν ταμπουρωμένη εκεί μαζί με τα παλικάρια του φρουραρχείου μας. Επιχείρησαν λοιπόν να το καταλάβουν με έφοδο και τότε άρχισε η μάχη. Όσοι πήδησαν από το μαντρότοιχο δεν ξανασηκώθηκαν. Επιχείρησαν  δεύτερη έφοδο, αλλά τα συγκεντρωτικά πυρά των παλικαριών του ΕΛΑΣ τους έκοψαν τη φόρα. Υποχώρησαν και ζήτησαν ενισχύσεις.  Ο Γερμανός αξιωματικός έστειλε μια συστοιχία όλμων. Τοποθετήθηκαν αντικριστά από το σπίτι κι άρχισαν να βάλουν. Εκεί να ’βλεπες και να σε πιάνει ίλιγγος: κεραμίδια να σκορπούν στον αέρα σαν τραπουλόχαρτα, τα ταβάνια, σχισμένα, να κρέμονται σαν σεντόνια που τα ’χε δείρει δυνατός αέρας στο σχοινί, τα σπασμένα παράθυρα να χάσκουνε χωρίς παντζούρια, σπασμένα τζάμια, τραυματίες με ανοιχτές πληγές και το οπλοπολυβόλο να ρίχνει πανδαιμόνια! Η καπετάνισσα Διαμάντω φώναξε δυνατά στα παλικάρια να μεταφέρουν τους τραυματίες στο ημιυπόγειο. Τα πυρομαχικά λιγόστευαν, μόνο λίγες δεσμίδες απέμεναν. Δεν υπήρχε άλλη λύση και ελπίδα, παρά να επιχειρήσουν έξοδο. «Μπρος λεβέντες και σας καλύπτω εγώ», τους είπε η Διαμάντω. Αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την καπετάνισσα. Τους φώναξε όμως αγριεμένα : «Σας αποδεσμεύω! Εμπρός κι εγώ σας καλύπτω με τα λίγα πυρομαχικά που έχω.». –«Έχε γεια καπετάνισσα!», απάντησαν. Πηδήξανε το μαντρότοιχο, τρεις είχανε απομείνει όλοι κι όλοι, μα δεν πρόλαβαν να τρέξουν 40 με 50 βήματα και άφησαν τη ζωή τους στο πεζοδρόμιο. Τελευταία δεσμίδα και το οπλοπολυβόλο σίγησε. Η Διαμάντω δρασκέλισε την αυλή και βγήκε από την πόρτα σα να μη συνέβαινε τίποτα! Ένας όλμος τη σημάδευε! «Ζωντανή τη θέλω», φώναξε ο ταγματασφαλίτης αρχηγός του αποσπάσματος. Ορμήσανε πάνω της, την έπιασαν και την πήγαν στην πλατεία στον αρχιταγματασφαλίτη. «Που είναι οι άλλοι μωρή;», τη ρώτησε. –«Δεν μου χρειάστηκαν άλλοι για να πολεμήσω άντρες που φόρεσαν γυναικεία φουστάνια!», του απάντησε. Και συνέχισε θαρρετά : «Έννοια σας και λίγα είναι τα ψωμιά σας!». Ο αρχιταγματασφαλίτης κοκκίνισε από το θυμό του και της έδωσε μία με το βούρδουλα στο πρόσωπο. Πετάχτηκε το αίμα να τον πνίξει! «Πάρτε την», φώναξε. Την οδήγησαν στην μάντρα μαζί με άλλους και την εκτέλεσαν.

Τη χαρά της απελευθέρωσης του Οκτώβρη τη σκέπασε ο βουρκωμένος ουρανός του Δεκέμβρη του ’44. Κατά την έναρξη των Δεκεμβριανών, ήμουν απ’ τους πρώτους που συνέλαβαν οι Εγγλέζοι ιμπεριαλιστές. Οδηγήθηκα στο Χασάνι, όπως λέγαμε τότε το αεροδρόμιο του Ελληνικού, αιχμάλωτος των Εγγλέζων και κατέληξα, λίγες μέρες αργότερα, όμηρός τους στο στρατόπεδο αιχμαλώτων της Ελ Ντάμπα, βαθιά μέσα στην έρημο της Αφρικής! Εκεί πριν είχαν βάλει τους Γερμανούς αιχμαλώτους και τώρα θα έβαζαν εμάς! Το στρατόπεδο ήταν ένας κάμπος καμιά 200αριά στρέμματα και παραπάνω. Είχε στη μέση ένα αρκετά μεγάλο διάδρομο και χωριζότανε σε κλουβιά. Το κάθε κλουβί είχε μέσα σκηνές και γύρω-γύρω αγκαθωτά συρματοπλέγματα και σε απόσταση 2 μέτρα είχε ένα μονό σύρμα, το οποίο δεν έπρεπε να το υπερβείς!

Από τα πρώτα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε ήταν αυτό του φαγητού. Ο Άγγλος συνταγματάρχης, διοικητής του στρατοπέδου, δε μας έδινε ψωμί και φαΐ. Ψωμί μας έδινε 40-50 δράμια. Εμείς σκεβρωμένοι, όπως ήμασταν, από την πείνα και τις στερήσεις, κάναμε δυο φορές έτσι και πήγαινε κάτω! Το βράδυ τι να τρώγαμε; Για φαΐ μας δίνανε φιστίκια αράπικα ξερά κι έναν πολτό από καρότο και λαρδί, ένα παχύρρευστο πράγμα! Αυτόν τον πολτό μόλις πηγαίναμε να τον φάμε γινότανε μια λάσπη στο στόμα, που μας ερχότανε εμετός! Τι να κάναμε; Σκεφτήκαμε να κάνουμε απεργία πείνας! Οι γιατροί που υπήρχαν ανάμεσά μας όμως είχαν τις αντιρρήσεις τους. Γιατί για να κάνεις απεργία πείνας πρέπει να έχεις τα κατάλληλα μέσα. Μας είπαν : «Άμα αρχίσουνε και εμφανιστούνε οι κοκκινίλες, στα χέρια ,στα πόδια, στα μπούτια, με τι θα τις θεραπεύσουμε; Έχουμε κανένα φάρμακο;». Έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε αποχή. Μαζέψαμε όλα τα σκεύη του μαγειρείου και τα πετάξαμε απ’ έξω από τα σύρματα. Είχαμε κάτι πιάτα σαν κολυμπήθρες, σα τσουκαλάκια τσίγκινα. Μ’ αυτά και με τα κουτάλια αρχίσαμε και χτυπάγαμε. Μαζί με μας άρχισε και το άλλο κλουβί και παρακάτω και το άλλο και παρακάτω το άλλο και γίνηκε ένα πανδαιμόνιο. Βούιζε όλος ο κάμπος! Αναγκάστηκε και ήρθε ο Άγγλος συνταγματάρχης. Εν τω μεταξύ εμείς είχαμε βγάλει και μια επιτροπή. Ήρθε ο συνταγματάρχης και μας είπε : «Τι έχετε; Σας δίνω 1200 θερμίδες. Οι 1200 θερμίδες είναι αρκετές για να διαβιώσει ένας κρατούμενος. Τι παράπονο έχετε;». Του απάντησαν αυτοί της επιτροπής : «Ναι 1200 θερμίδες, αλλά τα φιστίκια γίνονται φαΐ;».-«Μα μαζί με τ’ άλλα συμπληρώνονται 1200 θερμίδες», τους ανταπάντησε. Και δώς του οι θερμίδες και δώς του οι θερμίδες. Πίσω απ’ αυτούς καθόμασταν εμείς. Ήτανε κι ο αρχιμάγειράς μας από τα χωριά της Λιβαδειάς. Ήτανε τόσο ψηλός που δεν τον χώραγε η πόρτα να περάσει! Είχε κάτι χερούκλες, να! Βάστηξε, βάστηξε που άκουγε θερμίδες και θερμίδες και έκανε έτσι και παραμέρισε και μπήκε μπροστά και είπε του διερμηνέα : «Πέστονα ρε του κερατά έτσι όπως θα σου τα πω εγώ! Άκου εδώ κύριε διοικητά. Εμείς στο σπίτι μας και στην πατρίδα μας δεν τρώγαμε θερμίδες! Τρώγαμε ψωμί! Να μας δώσεις ψωμί και να τις κρατήσεις τις θερμίδες εσύ! Να τις φας εσύ!». Ε, σιγά-σιγά  βελτιώθηκε κάπως η κατάσταση. Άρχισαν και μας έφερναν και πατάτες…

Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας επέστρεψα στην Ελλάδα, αλλά η Ασφάλεια είχε τραβήξει κόκκινη μολυβιά στο όνομά μου κι έτσι ήμουν συνεχώς στην παρανομία. Από τα πολλά, με κατέδωσε ένας χαφιές και με συνέλλαβαν. Παράλληλα με αποτάξανε κι από το Ναυτικό με την κατηγορία του επικίνδυνου κομμουνιστή. Είχε αρχίσει ο εμφύλιος κι εμένα με πήγαιναν από φυλακή σε φυλακή : Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, Φυλακές Γεντί Κουλέ, Κρατητήρια Τούμπας, Γενική Ασφάλεια Πειραιά. Τελικά, βρέθηκα, το 1948, εξόριστος στην Ικαρία.




Από ’δω, απ’ την Αθήνα, τα στρατοδικεία δουλεύανε υπερορίες! Γιατί ο εμφύλιος πόλεμος βάσταγε. Και ψαρεύανε από μας από την Ικαρία και τους στέλνανε στην Αθήνα να δικαστούνε στο στρατοδικείο. Μια φορά έναν Πόντιο, ένα παλικάρι γερό, τον κάλεσε η χωροφυλακή να παρουσιαστεί στον Ξυλοσύρτη για να τον στείλουνε στην Αθήνα. Φυσικά δεν του είπανε το λόγο, αλλά αυτός, είτε τον ειδοποιήσανε είτε το κατάλαβε, και αντί για να παρουσιαστεί, βγήκε στο αντάρτικο! Είχε κάτι ομάδες σκόρπιες, δεξιά κι αριστερά, εκεί στο νησί, στην Ικαρία. Και μια μέρα που κατεβήκαμε μια ομάδα στον Άγιο Κήρυκο, για να ψωνίσουμε, τον είδαμε σκοτωμένο! Του ’χανε κόψει οι χωροφύλακες το κεφάλι, το ’χανε βάλει σ’ ένα τραπέζι και τριγύρω του χορεύανε!

Το καλοκαίρι του ’49 ήρθε ένα καράβι και βγήκαν και φώναζαν από έναν κατάλογο ονόματα, επιλεκτικά, ο τάδε, ο τάδε, ο τάδε…Μας πήραν από ’κει και μας πήγαν στην Μακρόνησο. Μας τοποθέτησαν, ως πολιτικούς κρατούμενους, στον Άγιο Γεώργιο, στο Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης Πολιτικών Εξορίστων. Εκεί μείναμε ως το φθινόπωρο του ’49 και κατόπιν μεταφερθήκαμε στα διάφορα τάγματα, μας αναλάμβανε πλέον ο στρατός. Εμένα με πήγανε στο Β΄ Ειδικόν Τάγμα Οπλιτών, στο Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Ιδιωτών. Εκεί πήραμε μυρουδιά τι μέλλει γενέσθαι. Μόλις μπήκαμε μέσα από την πύλη μας σταματήσανε και μας βάλανε στη μέση οι αλφαμίτες, δηλαδή η αστυνομία μονάδας. Μας βάλανε στη μέση κι άρχισαν μια να μας φοβερίζουνε και μια να μας καλοπιάνουνε. Εμείς δεν τους δίναμε σημασία. Μας έλεγαν να υποχωρήσουμε και να υπογράψουμε δηλώσεις. Εμείς τίποτα. Οπότε σε μια στιγμή μας ρίχτηκαν. Μας χτυπούσαν, άλλοι με ξύλα, άλλοι με τους υποκόπανους κι άλλοι με κλωτσιές και γροθιές! Γυρίζαμε σαν τρελοί! Γύρω εμείς, γύρω κι αυτοί! Και χτυπάγανε! Αφού χορτάσανε αυτοί να δίνουνε κι εμείς να παίρνουμε, σταματήσανε! Και μας βάλανε σε φάλαγγα και μας πήγαν στις σκηνές. Ήτανε κάτι μεγάλες σκηνές κι εκεί μας πετάξανε μέσα στη λάσπη! Τα βράδια  ακούγαμε τα βογκητά και τις φωνές αυτών που μαρτύραγαν! Κάθε βράδυ! Κάθε βράδυ! Ώσπου ήρθε η σειρά μας! Μπήκανε μέσα στη σκηνή και μας αρχίσανε με τις κλωτσιές, με τους υποκόπανους, με τα παλούκια και μας χτυπάγανε αδιάκριτα! Σ’ όλο το στρατόπεδο άκουγες τα βογκητά, το ωχ και το βαχ, που σ’ έπιανε ανατριχίλα! Όλη νύχτα! Και το πρωί μας βγάζανε στη δουλειά, στην αγγαρεία. Εκεί οι αλφαμίτες σοφίζονταν, με το εκφυλισμένο τους μυαλό, πως θα μας παίδευαν. Εξάλλου δεν τους έκανε και κανένας έλεγχο, δεν τους ζητούσαν αναφορά, ότι ήθελαν μας έκαναν!




Την άνοιξη του’50 με απέλυσαν. Με άφησαν ελεύθερο να επιστρέψω στον τόπο μου, με την έγγραφη όμως εντολή «άμα τη αφίξει μου» να παρουσιαστώ «εις Υποδιεύθυνσιν  Χωροφυλακής».
Τα χρόνια που ακολούθησαν, παράλληλα με την οικογενειακή και επαγγελματική μου ζωή, εξακολουθούσα, πάντα, να παραμένω κι ένας ενεργός κοινωνικός αγωνιστής. Λόγω βέβαια αυτής της δράσης μου εξακολούθησα να είμαι “τακτικός επισκέπτης” της αστυνομίας. Όποτε τους κάπνιζε με ειδοποιούσαν και πήγαινα στην αστυνομία. Είχα ετοιμάσει λοιπόν κι εγώ το μπόγο μου και τον είχα σε μια γωνιά του σπιτιού μου. Και της έλεγα της, της γυναίκας μου, «Γυναίκα, άμα το βράδυ δεις και δεν έρθω να μου στείλεις τον μπόγο στην αστυνομία!». Αυτή η κατάσταση, με τις συνεχείς κλήσεις στην αστυνομία, συνεχίστηκε μέχρι και την μεταπολίτευση, το 1974. Αυτή η προσωπική μου ταλαιπωρία όμως δεν με εμπόδισε να δώσω το παρών μου σε όλα τα αγωνιστικά κινήματα και τις εξεγέρσεις της εποχής  ως και τη λαϊκή εξέγερση του Πολυτεχνείου στις 17 Νοέμβρη του 1973.

Τώρα πια, που βρίσκομαι στη δύση μου, αισθάνομαι πως, ό,τι κι αν έγινε, το έκανα το χρέος μου σαν Άνθρωπος, πάλεψα, μια ζωή, για ένα ιδανικό, έναν καλύτερο κόσμο. Κουβαλάω τους αγώνες μου πάνω στο κορμί μου. Τελευταία πήγα στο γιατρό κι αυτός τρόμαξε με τις ουλές που είδε στην πλάτη μου, κατάλοιπα των βασανιστηρίων της φυλακής. Συγκλονισμένος με ρώτησε : «Τι σημάδια είναι αυτά που έχετε στην πλάτη σας;». –«Γιατρέ», του απάντησα, «είναι η αμοιβή που μου έδωσε η πατρίδα μου επειδή πολέμησα τους ναζί κατακτητές!».




Τάσος  Καραντής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου