Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

Η ΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΣΤΗ ΣΑΛΑΜΙΝΑ

Η ΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΣΤΗ ΣΑΛΑΜΙΝΑ






 Με σκηνικό την περιφορά του επιταφίου, η ακτινογραφία της ελληνικής κοινωνίας των αρχών του 20ου αιώνα, που δεν έχει αλλάξει - επί της ουσίας - ούτε στις αρχές του 21ου...



Ο Πέτρος Φουρίκης(1878-1936), κατά τον αείμνηστο Σαλαμίνιο Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτρη Πάλλα, ήταν ο πρώτος πνευματικός άνθρωπος της Σαλαμίνας.

 Για τους πολλούς ο Φουρίκης είναι ο Διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο Διευθυντής του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, που, στις μέρες μας, η αίθουσα του νέου Δημαρχιακού Μεγάρου Σαλαμίνας στην οποία στεγάζεται το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας του Δήμου Σαλαμίνας φέρει το όνομά του.

 Για όποιον πάλι μελετήσει ενδελεχώς το έργο του, τα γραπτά του, θα διακρίνει, παράλληλα με τον επιστήμονα, τον κοινωνικά ευαίσθητο άνθρωπο, τον δημοκρατικό και προοδευτικό πολίτη και, γενικά, ένα πρωτοποριακό πνεύμα, έναν ιδεαλιστή κι οραματιστή της εποχής του.




Διαβάζοντας κανείς τη “Μεγαλοβδομάδα” του Φουρίκη - γραμμένη το 1925 - όπου περιγράφονται τα έθιμα της Σαλαμίνας αυτής της περιόδου, εκπλήσσεται με τις διεισδυτικές διαπιστώσεις του, αλλά και με την τόλμη του να τις διατυπώσει ανοιχτά!

 Και μάλιστα στην εποχή του, μια και μιλάμε για το 1925!

 Για να καταλάβει ο αναγνώστης τι εννοούμε, μεταφέρουμε εδώ την τελική φράση αυτού του κειμένου του, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο “Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος” του Γεωργίου Δροσίνη :

«Κ’ έτσι τελειώνει η Μεγαλοβδομάδα με πολύ λίγη θρησκευτική ευλάβεια, μα με μεγάλη φροντίδα για την κοιλιά, όπως δυστυχώς όλες οι εορτές του Χριστιανισμού στα χρόνια μας!».




   Λίγες αράδες όμως πριν το, συγκεκριμένο, τέλος, ο Φουρίκης είχε επιχειρήσει, με σκηνικό την περιφορά του επιταφίου, να ακτινογραφήσει, κυριολεκτικά, την κοινωνία του νησιού. Απολαύστε πως :

«…Μοιάζει σαν μια παρέλασι μορφών και χαρακτήρων, που μας διδάσκει πολλά από ’κείνα που γίνονται στις μικρές κοινωνίες.

Πρώτος-πρώτος περνούσε καθαροντυμένος και κορδωμένος ο δήμαρχος, φουσκωμένος από περιφάνεια, γιατί αυτός σαν πιο έξυπνος κατώρθωσε να πατήση τα πιο καλά χτήματα του νησιού κι από αδέκαρος έγινε με την τοκογλυφία, “τον τόκο ‘πιτόκου” και το “αστού ντούα” πλούσιος, μεγαλοχτηματίας και δήμαρχος.

Κοντά στο δήμαρχο, μα λίγο πιο πίσω απ’ αυτόν, περνάει ο ‘ρηνοδίκης και ο αστυνόμος, που με τη στάσι τους εφαινόντουσαν σαν να ήθελαν να δείξουν πως ήξεραν ποιος ήταν ο τρανός του τόπου, που μπορούσε μ’ ένα του γνέψιμο να τους “στείλη από ’κει πούρθαν κι ακόμη παραπέρα”.

Μαζί μ’ αυτούς συμμαζεμένοι περνούσαν οι δασκάλοι του χωριού κ’ οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι, που με τα φτωχά και τριμμένα ρούχα τους έδειχναν πως δούλευαν σε φτωχό ή αχαΐρευτο αφεντικό.

Απόκοντα ερχόντουσαν οι άλλοι αρχόντοι του τόπου, ‘κείνοι που με την καπατσοσύνη τους έγιναν νοικοκυραίοι με τοις πλάτες και τα χέρια αλλωνών, ‘κείνων που, αφ’ ου τους φάγανε ως το κόκκαλο φαμελικώς, έρχονται να τους προστατέψουν και να τους ευεργετήσουν τάχα!

Αυτοί είναι οι μπακάληδες και οι ταβερνιαραίοι του τόπου, που αφ’ ου πήραν απ’ τον γεμιτζή, τον τρατάρι και τον ΄λοτόμο όλη τη δούλεψι χρεώνοντας τα βερεσέδια δυο τουλάχιστο φορές και ακριβά όσο ‘βάσταε η ψυχή τους.

Είναι οι ίδιοι, που μεσ’ από τα μαγαζιά τους, που ‘μοιάζαν σαν λημέρια κλέφτικα, παραμόνευαν να περάση κανένας περαστικός ή ταξιδιάρις για να τον φωνάξουν να ‘μπη μέσα να τον κεράσουν ένα κρασί για μουσαφιρλήκια, εν ω πραγματικά είχανε σκοπό να τον γδύσουν μόλις έρθη στο κέφι και να του πουλήσουν το κιντινάρι για μισή οκά.

Είναι αυτοί οι ίδιοι, που ξεκίνησαν με μια νταμιτζάνα κρασί δανεικό, και τώρα με το να πουλούν ξίκικα το ξιδάτο ή μισονερωμένο κρασί και με το να σερβίρουν τρεις και τέσσεροις φορές το βιδάνιο στοις κεφιασμένες παρέες, έγιναν αφεντάδες, ανακατέβονται στα πολιτικά, βγαίνουν δημοτικοί σύμβουλοι, έχουν γνώμη για όλα τα ζητήματα, έχουν την αξίωσι να τους ακούη η Κυβέρνησι και ο Μητροπολίτης όχι μονάχα στα μικρά, αλλά και στα μεγάλα ζητήματα.

Αυτοί, αφ’ ου έκλεψαν την αγράμματη και ανοικοκύρευτη φτωχολογιά, έρχονται στοις καλές μέρες και της δίνουν ξεκονόμησι για να περάση τοις εορτές και ύστερα θα της δώσουν ξεκίνησι για το ταξίδι λίγα χρήματα, χρεώνοντας “με εικοσιτέσσερα τα εκατό και τον τόκο μπροστά”.




Να και οι παρτσινεβέληδες, οι εφοπλισταί της εποχής μας, αυτοί, που με τα θαλασσοδάνεια και με τους ταχτικούς λογαριασμούς, που θυμίζουν το “τρεις στο λάδι, τρεις στο ξύδι, έξι στο λαδόξυδο” μένοντας στο νησί εφρόντιζαν μονάχα να σημειώνουν την ημέρα που έφευγε και που γύριζε η σαραβαλισμένη μπρατσέρα τους για να ‘λέγξη τον καπετάνιο του καϊκιού, γιατί άργησε και δεν έφερε πολύ μερτικό, εν ω το καΐκι του καπετάν Προκόπι έκανε δυο ταξίδια στον ίδιον καιρό.

Σκλάβοι αλευτέρωτοι οι δυστυχισμένοι ναύτες ώργωναν τη θάλασσα και ριζικάρανε την ζωή τους με την ελπίδα να ‘κονομήσουν το ξερό ψωμί των παιδιών τους. Μόνη τους παρηγοριά για τα γεράματα ήσαν οι δεκαπεντέμιση δραχμές του Απομαχικού Ταμείου!

Αυτοί με τους ‘λοτόμηδες, τους τραταραίους και την άλλη φτωχολογιά είναι “οι πτωχοί τω πνεύματι και καθαροί τη καρδία” που ακολουθούνε τους πρώτους, όπως τα πρόβατα τον τσοπάνη, που τους παίρνει το γάλα, το μαλλί και στο τέλος και το τομάρι.

Είναι ‘κείνοι για τους οποίους ο Θεός δέχτηκε να γίνη άνθρωπος, να υποφέρη και στο τέλος να σταυρωθή ανάμεσα σε κακούργους.».






Από τότε που γράφτηκαν τα παραπάνω έχουν περάσει, ακριβώς, 90 ολόκληρα χρόνια.

Η Σαλαμίνα του 1925 φαίνεται να μην μοιάζει σε τίποτα με τη σημερινή Σαλαμίνα του 2015.

Μήπως όμως αυτή η ανομοιότητα είναι απλά επιφανειακή;

Μήπως, αν αλλάξουμε τις μάσκες του χρόνου, αυτή η “παρέλαση μορφών και χαρακτήρων”, που τόσο κινηματογραφικά περιγράφει ο  Φουρίκης, παραμένει απαράλλακτα και τρομακτικά η ίδια ;




 

Τάσος Π. Καραντής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου