Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Ξαναπατάω γη!

Ξαναπατάω γη!





Γεννήθηκα και ζω σε νησί, τη Σαλαμίνα. Μεγάλωσα σε σπίτι με αυλή(με γάτες και κοτόπουλα) και σε γειτονιά με κεραμίδια.



Είχα, δηλαδή, από μικρός, επαφή με τους χωματόδρομους, τις αλάνες, αλλά και τις κεραμοσκεπές, όπου για εμάς – παρέα με τις κεραμιδόγατες – ήταν ο τόπος του παιχνιδιού μας, μα και της διαδρομής μας για να πάμε στην άλλη γειτονιά!




Το 1973 αποκτήσαμε κι εξοχικό, σ’ ένα αγρόκτημα με ελιές(2 στρεμμάτων), που είχαμε σε μια περιοχή, έξω από την πόλη της Σαλαμίνας, στο Ρέστη. Τότε, ήταν πραγματικά εξοχική περιοχή! Δηλαδή ο δρόμος ήταν χωμάτινος, και δεν υπήρχε ρεύμα, νερό και τηλέφωνο… Φωτιζόμασταν στο σπίτι με λάμπες λουξ και μετακινούμασταν με λάμπες θυέλλης. Είχαμε ένα ψυγείο πάγου(με παγοκολώνα) για την διατήρηση των τροφίμων, κι ο πατέρας μου, είχε κάνει μια πατέντα σε μια φορητή ασπρόμαυρη τηλεόραση, που είχε φέρει από το εξωτερικό(ήταν ναυτικός), όπου δούλευε(«ηλεκτροδοτούνταν») με μπαταρία αυτοκινήτου! Νερό πόσιμο είχαμε σε δεξαμενές και μπιτόνια από το νερουλά. Αυτές ήταν οι, χωριάτικες, συνθήκες, όπου μεγάλωσα – παράλληλα – τα καλοκαίρια, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, στο εξοχικό, 50 μέτρα από τη θάλασσα και κάτω από τους πρόποδες του βουνού.


Στην περιοχή υπήρχαν μόνο 3-4 ακόμα σπίτια(τώρα πια έχει γίνει ένας συνοικισμός, με εργατικές κατοικίες και νηπιαγωγείο), ενώ δίπλα μας, υπήρχε ένα μεγάλο χωράφι με στάχυα(50 στρεμμάτων), όπου το βράδυ μας επισκέπτονταν αλεπούδες και τις ταΐζαμε.


                                                                          (1973)
                                                                         

Η περιοχή είχε πολλούς γλάρους(κι έχει ακόμα), κοράκια, καρακάξες, δεκαοχτούρες, περιστέρια, σπουργίτια, φλώρια, σπίνους, καρδερίνες, μέχρι και μυγοχαύτες, και τα βράδια κουκουβάγιες και νυχτερίδες. Που και που, έβλεπες και κάνα τσαλαπετεινό ή καμιά πέρδικα και ορτύκια. Και βέβαια, υπήρχαν διάφορα είδη φιδιών(δεντρογαλιές κι αστρίτες), ποντίκια κι αρουραίοι του αγρού, αλλά και βατράχια στα στάσιμα νερά.


Μέσα στο κτήμα είχαμε σκυλιά(μέχρι και 5 μια εποχή), γάτες(μέχρι και 18 μια εποχή), κότες, πάπιες, χήνες, γαλοπούλες, κουνέλια, περιστέρια(σε περιστερώνα) και πολλές χελώνες και σκαντζόχοιρους, που μπαινόβγαιναν, ελεύθερα, από τα μικρά κενά του συρματοπλέγματος της περίφραξης.





                                                               (ταΐζω τις γάτες / 1977)





Είχαμε και τον τσοπάνη της περιοχής, συντοπίτης μας, γνωστός του παππού μου και του πατέρα μου, όπου είχε τη στάνη του στους πρόποδες του βουνού. Έφερνε τα πρόβατα για βοσκή στο διπλανό χωράφι, αλλά, αρκετές φορές, τα έβαζε και στο κτήμα μας.



                                                                         (1973)


Πολλά βράδια(μόλις σουρούπωνε), πηγαίναμε, με τις λάμπες θυέλλης στη στάνη(ήταν η ώρα που μάζευε τα πρόβατα και τα άρμεγε) για να πάρουμε φρέσκο πρόβειο γάλα. Μου έχει χαραχτεί, ανεξίτηλα, στη μνήμη μου, αυτή η διαδρομή, μέσα στο σούρουπο, με τις μυρωδιές του και τους ήχους της φύσης, των ζώων και των πουλιών που κούρνιαζαν.


Έτσι μεγάλωσα… μέχρι να γίνω έφηβος κι ενήλικος(18άρης) να αποκτήσω μηχανή(κι αργότερα αυτοκίνητο), και τις βόλτες στην ακροθαλασσιά και τα βουνά, να τις αντικαταστήσουν, η πόλη κι οι καφετέριες…


Πέρασαν τα χρόνια, πανεπιστήμιο(περίοδος όπου έμενα μόνιμα στον Πειραιά), αλλά, παρότι, δεν είχα κόψει τις βόλτες στο εξοχικό, κακά τα ψέμματα, είχα γίνει άνθρωπος της πόλης… Έπρεπε να περάσουν τα στάδια της «τρέλας» των νιάτων, του γάμου και της οικογένειας με τα μωρά(μέχρι να «σταθούν στα πόδια τους» τα τρία παιδιά μου), ώστε να νοσταλγήσω, τους, συστηματικούς φυσιολατρικούς περιπάτους μου, και να τους ξεκινήσω ξανά! Μόνος εξοπλισμός, ένα παγούρι με νερό και μια φωτογραφική μηχανή.



(Ξανα)πατάω γη


Τώρα, που το πρώτο μου παιδί, το αγόρι, έγινε 9 χρονών, σκέφτηκα, να τον βάλω «να πατήσει γη» και μαζί του ξανά κι εγώ. Έτσι, καθιερώσαμε, τα Σάββατα, τις πεζοπορίες και τις «ορειβασίες». Ένα Σάββατο πήγαμε, μαζί, και με το σκύλο του, το Ρήγα, παρέα, στην – έρημη πια – στάνη των παιδικών μου χρόνων. Ήταν, γι’ αυτόν, μια πρωτόγνωρη εμπειρία, και, για μένα, ένα νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν(μου).





Αφήνοντας τα σπίτια


Τραβήξαμε την ανηφόρα, του ασφαλτόδρομου πλέον, αφήνοντας, σιγά – σιγά, πίσω μας, τον συνοικισμό, με τα σπίτια, το τσιμέντο του κι όλη την ανθρώπινη βουή. Τελευταίος μας «αποχαιρέτησε», ένας συμπαθής αδέσποτος σκυλάκος…




 Ήδη η στάνη, προορισμός, φάνταζε σαν κάδρο φωτογραφίας.




Μπαίνοντας στο «γήινο πεδίο», στα χωράφια, δηλαδή, με τα αγριόχορτα, είδαμε και τις γατούλες που ζουν σε ημιάγρια κατάσταση στο μεταίχμιο, πόλης και φύσης. Δεν είναι, δηλαδή, αγριόγατες, αλλά, είναι αδέσποτες γάτες «που δεν πιάνονται»(ευτυχώς, ίσως, γιατί γλυτώνουν από την απόχη του μπόγια, αλλά, καμιά φορά κι από την – ακούσια – θανάσιμη αγκαλιά, «φιλόζωων και φιλοζωϊκών»).




Αυτές οι αξημέρωτες γάτες, αναπαράγονται και μπορούν να ζήσουν αυτόνομα, στα «σύνορα», πόλης – αγρού, αφού κυνηγάνε από ποντίκια και σπουργίτια, μέχρι ακρίδες και τζιτζίκια(τα καλοκαίρια), χωρίς, φυσικά, να τους λείπει η πρόσβαση στα ανθρώπινα φαγητά που πετάμε «πλουσιοπάροχα» στα σκουπίδια…





Στο δρόμο προς τη στάνη


Όσο ανηφορίζαμε, πατάγαμε όλο και περισσότερο χώμα και μυρίζαμε τον αέρα του βουνού, των λουλουδιών και των δέντρων, ενώ, το θόρυβο των αυτοκινήτων και της πόλης, τον διαδέχονταν κελαηδίσματα πουλιών, ήχοι ζουζουνιών και το θρόισμα πεύκων κι αγριελιών.




Στη στάνη


Η στάνη, με τους διάφορους χώρους της, ήταν έρημη, άλλα όχι εντελώς εγκαταλελλειμένη. Μπορεί, πια, ο τσοπάνης να πηγαίνει σε άλλες περιοχές το κοπάδι του για βοσκή, αλλά διατηρεί, σε κάποια κατάσταση, το κονάκι του, με τα χειμαδιά και τους άλλους χώρους.






Και, βέβαια, το σπιτάκι του, είναι εκεί, όπως το θυμάμαι...





...καθώς κι ο χωριάτικος φούρνος… που τον βρίσκω στη θέση του ύστερα από σχεδόν 35 χρόνια!



             
                 (εγώ - με το καπέλο - τη σκυλίτσα μου, την Ίρμα, κι έναν φίλο μου το 1977)



                                                                        (2014)

Ο γιος μου κοίταζε με πρωτόγνωρη περιέργεια το κάθε τι, και με βομβάρδιζε με ερωτήσεις! Ο Ρήγας, ελεύθερος, χωρίς αλυσίδα, χαιρόταν κι αυτός το βουνό, τρέχοντας και παίζοντας, αλλά χωρίς να απομακρύνεται από κοντά μας, κι είναι μόλις 6-7 μηνών.


Προς την «αετοφωλιά»


Αφήνοντας τη στάνη, λίγο πιο ψηλά, υπάρχει η «αετοφωλιά». Έτσι λέγαμε, μικροί, δυο πεύκα μόνα τους όπου σχηματίζουν έναν «θρόνο», με θέα τόσο προς τη θάλασσα και την πρωτεύουσα του νησιού...






...ενώ, η κορυφή δείχνει να κρέμεται από πάνω μας και να μας προ(σ)καλεί.





Σε επόμενη, πιο χειμωνιάτικη κι οργανωμένη, σαββατιάτικη, έξοδό μας, θα την «(ξανα)κατακτήσουμε… το υποσχέθηκα στο γιο μου, τον Παναγιώτη!


Τη λέγαμε «αετοφωλιά», γιατί, παλιά, βλέπαμε πάνω απ’ τα δυο αυτά πεύκα να πετάνε γεράκια… Τώρα ήταν ένα ήσυχο σημείο όπου ξαποστάσαμε και ρεμβάσαμε… και, βέβαια, παίξαμε με το Ρήγα, κι, ιδίως, ο Παναγιώτης!








Κατάβαση κι επιστροφή



Η ώρα πέρασε γρήγορα, όμως, κι έπρεπε να ξαναγυρίσουμε στο εξοχικό, για να φύγουμε και να επιστρέψουμε στους ρυθμούς της πόλης, στο διαμέρισμα, εγώ στον υπολογιστή και τα παιδιά στο Nickelodeon…


Στην κατάβαση μας περίμενε μια έκπληξη! Βρήκαμε ένα δέρμα φιδιού, ανάμεσα σε πέτρες, στις οποίες, προφανώς, είχε τριφτεί το φίδι, για να γίνει η διαδικασία, της αλλαγής του δέρματός του, η έκδυση, όπως λέγεται επιστημονικά. Εμείς, στο νησί, το λέμε «πουκάμισο», κι ανέφερα στο γιο μου, ότι οι παππούδες το θεωρούσαν φυλαχτό και το έπαιρναν όταν το έβρισκαν! Το πήρε κι ο γιος μου, βέβαια, όχι για φυλαχτό, αλλά ως ένα αξιοπερίεργο(γι’ αυτόν) εύρημα, για να το βάλει στο δωμάτιό του. Πρώτα, φυσικά, το φωτογραφήσαμε, στη θέση που το έβγαλε, αλλάζοντας το δέρμα του, το φίδι.





Η δική μου έκπληξη ήταν το μικρό κυκλάμινο, που το φωτογράφησα, και το «πήρα» μόνο ως εικόνα, για την επιστροφή, να μου θυμίζει την ομορφιά και το χρώμα, αφού επιστρέφαμε προς το γκρίζο…






Η μικρή αυτή πεζοπορία μας, ενθουσίασε, τόσο το γιο μου, όσο και το σκύλο μας, που χοροπήδαγε από τη χαρά του. Το μεσημέρι, στο τραπέζι του φαγητού, άφησα τον γιο μου, να διηγηθεί – στις αδερφές του και στη γιαγιά - όλα όσα γράφω εγώ, με τον δικό του παιδικό τρόπο κι ενθουσιασμό.


Εγώ απολάμβανα τη φασολάδα με το χωριάτικο(από ξυλόφουρνο ψωμί), έχοντας εικόνα στα μάτια μου, το κυκλάμινο κι ένα, αγαπημένο μου, τραγούδι γι’αυτό.

https://www.youtube.com/watch?v=EjwgJys6FoM


Θυμήθηκα και μια φίλη τραγουδοποιό(που της αφιερώνω αυτό το «οδοιπορικό»), που μου έλεγε, πως ένας γνωστός μας τραγουδοποιός, της είχε πει το εξής, σωστό : οι σύγχρονοι άνθρωποι των πόλεων που πατάνε μόνο στο τσιμέντο, δεν γειώνονται… Να προσπαθείτε, λοιπόν, να γειωνόσαστε! Να πατάτε και στη γη! Θα καταλάβετε, αμέσως, τη μεγάλη διαφορά μέσα σας…





Τάσος Καραντής   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου